Εταιρική Βιωσιμότητα και Διακυβέρνηση

03-08-2020

Φιλελεύθερος, Αύγουστος 2020
Δρ. Αλέξανδρος Αντωναράς
Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
Πρόεδρος CSR Cyprus
Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών στους τομείς της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και της εταιρικής βιωσιμότητας (βλ. 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης και Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/95/ΕΕ) έχουν διαμορφώσει νέα δεδομένα και συνθήκες σχετικά με το τί αναμένουν από τις επιχειρήσεις, οι επενδυτές, οι κυβερνήσεις, οι πελάτες, και γενικά τα ενδιαφερόμενά τους μέρη. Η πίεση για περισσότερη πληροφόρηση και διαφάνεια, και όχι μόνο για τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης, είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Τα θέματα που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, τους ρύπους διοξειδίου του άνθρακα, τη διαχείριση απορριμμάτων και τη κυκλική οικονομία απασχολούν ολοένα και περισσότερο τα ενδιαφερόμενα μέρη των επιχειρήσεων. Παράλληλα, υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον σχετικά με το πώς οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τους εργαζόμενους (εργασιακές συνθήκες, ασφάλεια και υγεία, διαφορετικότητα, κλπ.) αλλά και τις τοπικές κοινωνίες και τα προβλήματα που τις απασχολούν. Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στα συστήματα διακυβέρνησης, στη φορολογική στρατηγική που ακολουθεί η επιχείρηση, στις αμοιβές της διοίκησης, σε θέματα διαφθοράς, διαφορετικότητας και δομής του Διοικητικού Συμβουλίου.
Ολοένα και περισσότερα ενδιαφερόμενα μέρη απαιτούν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με την περιβαλλοντική διαχείριση (Environmental) της επιχείρησης, το χειρισμό των ευρύτερων κοινωνικών της ζητημάτων (Social) και το σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης (Governance). Τα ESG κριτήρια (Environmental – Social – Governance) χρησιμοποιούνται από πολλά επενδυτικά ταμεία για την επιλογή των επενδυτικών ευκαιριών. Τον Ιούλιο του 2020 οι υπεύθυνες επενδύσεις με βάση τα ESG κριτήρια υπολογίζονται σε 20 τρις δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 25% των συνολικών κεφαλαίων που διαχειρίζονται τα επενδυτικά ταμεία παγκοσμίως!
Η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/95/ΕΕ σχετικά με τη δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών από ορισμένες επιχειρήσεις έχει ήδη γίνει εθνική νομοθεσία σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Η νέα νομοθεσία, απαιτεί από τις οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος (υπόχρεες επιχειρήσεις) να περιλαμβάνουν στην έκθεση διαχείρισης και μία μη-χρηματοοικονομική έκθεση που πρέπει να περιέχει πληροφορίες στο βαθμό που απαιτείται για την κατανόηση της εξέλιξης, των επιδόσεων, της θέσης και του αντικτύπου των δραστηριοτήτων τους, σε σχέση με περιβαλλοντικά, κοινωνικά και εργασιακά θέματα, με το σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την καταπολέμηση της διαφθοράς, αλλά και με θέματα σχετικά με τη δωροδοκία. Σε αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν θεσπιστεί ποινές και πρόστιμα - σε κάποιες περιπτώσεις πολύ αυστηρά - για όσες υπόχρεες επιχειρήσεις δεν δημοσιοποιούν τις σχετικές πληροφορίες. Ακόμα και στην περίπτωση της συμμόρφωσης με την απαίτηση της δημοσιοποίησης των πληροφοριών η Οδηγία είναι σαφής ως προς το περιεχόμενο των πληροφοριών. Την πλήρη ευθύνη για όσες μη χρηματοοικονομικές πληροφορίες δημοσιοποιεί η επιχείρηση φέρει το Διοικητικό Συμβούλιο της επιχείρησης.
Τα πρώτα ερωτήματα που γεννιούνται είναι αρκετά. Αλήθεια, σε πόσα Διοικητικά Συμβούλια υπάρχουν μέλη που γνωρίζουν σε βάθος τα θέματα της εταιρικής βιωσιμότητας και υπεύθυνης επιχειρηματικότητας; Της Ατζέντας 2030; Πόσα Διοικητικά Συμβούλια παρακολουθούν την επίδοση της επιχείρησης όχι μόνο με οικονομικά στοιχεία αλλά και με ESG κριτήρια; Πόσα Διοικητικά Συμβούλια 
έχουν συνδέσει τις αμοιβές και τα μπόνους της διοίκησης με ESG κριτήρια; Πόσα συμβούλια είναι σε θέση να δημοσιοποιήσουν πληροφορίες σχετικά με θέματα φορολογίας, διαφθοράς, διαφάνειας, κλπ.;
Η πρόσφατη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την ανάγκη αναθεώρησης της Ευρωπαϊκής Οδηγίας έχει αναδείξει τα σημαντικά ζητήματα που αναμένεται να τεθούν προς συζήτηση. Η διαφορετική προσέγγιση των κρατών μελών σχετικά με το όριο εργαζομένων που πρέπει να έχει μια επιχείρηση για να θεωρηθεί υπόχρεη για δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών, αναμένεται συζητηθεί ξανά. Η Οδηγία προέβλεπε ως ανώτατο όριο τους 500 εργαζόμενους, δίνοντας όμως στα κράτη-μέλη την ευχέρεια να μειώσουν το όριο ανάλογα με τα δικά τους δεδομένα. Η Δανία και το Λουξεμβούργο το μείωσαν στους 250 εργαζόμενους, ενώ η Κύπρος αποφάσισε να το κρατήσει στους 500 εργαζόμενους, και ως εκ τούτου οι υπόχρεες επιχειρήσεις να είναι πολύ λίγες (ίσως λιγότερες από 15) καθώς οι οντότητες δημοσίου συμφέροντος με βάση τη σχετική νομοθεσία είναι μόνο οι εισηγμένες στο χρηματιστήριο, οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές. Η πρόβλεψη είναι ότι θα υπάρξει μείωση του ορίου εργαζομένων, η οποία θα συνεπάγεται αύξηση του αριθμού των υπόχρεων επιχειρήσεων για δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών. Επίσης, αναμένεται να γίνει συζήτηση για θέσπιση ευρωπαϊκού προτύπου σύμφωνα με το οποίο θα γίνεται η δημοσιοποίηση των χρηματοοικονομικών πληροφοριών, ενώ πιθανή είναι η διεύρυνση των κατηγοριών των επιχειρήσεων που θα είναι υπόχρεες, καθώς και η θέσπιση ποινών για όσες υπόχρεες επιχειρήσεις δεν δημοσιοποιούν μη χρηματοοικονομικές πληροφορίες.
Είναι πασιφανές ότι τα ζητήματα διακυβέρνησης θεωρούνται πλέον πολύ σημαντικά για την πλειοψηφία των ενδιαφερόμενων μερών μιας επιχείρησης, καθώς σχετίζονται άρρηκτα με τη βιωσιμότητά της. Αλήθεια, πόσα Διοικητικά Συμβούλια επιχειρήσεων, που σήμερα δεν είναι υποχρεωμένες να δημοσιοποιούν μη-χρηματοοικονομικές πληροφορίες, γνωρίζουν ότι σε λίγους μήνες ενδέχεται η επιχείρησή τους να είναι υπόχρεη; Πόσα Διοικητικά Συμβούλια θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν άμεσα στις νέες υποχρεώσεις που θα προκύψουν από την αναθεώρηση της Οδηγίας;
Μιλώντας για διακυβέρνηση, μήπως θα πρέπει να αναθεωρήσουμε και στην Κύπρο ποιες θα πρέπει να είναι οι υπόχρεες επιχειρήσεις; Σύμφωνα με την Οδηγία υπόχρεες είναι οι οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος. Με βάση την εθνική νομοθεσία (Περί Ελεγκτών Νόμος του 2017) οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος θεωρούνται επιχειρήσεις εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, οι Τράπεζες και οι Ασφαλιστικές, καθώς και άλλες οντότητες που ορίζονται με Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ως έχουσες ουσιαστικό χαρακτήρα δημοσίου συμφέροντος. Στην Κύπρο ΔΕΝ έχουν συμπεριληφθεί άλλες οντότητες πέραν των παραπάνω. Με άλλα λόγια οι ημικρατικοί οργανισμοί και οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης δεν έχουν συμπεριληφθεί στις οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος!
Μήπως οφείλει το Υπουργικό Συμβούλιο να συμπεριλάβει στις υπόχρεες επιχειρήσεις και τους ημικρατικούς οργανισμούς, τους ΟΤΑ και όσους οργανισμούς λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση; Δε νοείται να είναι υποχρεωμένες να δημοσιοποιούν πληροφορίες σε σχέση με κοινωνικά, περιβαλλοντικά και εργασιακά θέματα ιδιωτικές επιχειρήσεις και όχι αυτές που λειτουργούν με χρήματα των φορολογουμένων. Αν δεν απαιτηθεί να δημοσιοποιήσουν πληροφορίες σε σχέση με το σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τη καταπολέμηση της διαφθοράς, αλλά και με θέματα σχετικά με τη δωροδοκία οι οργανισμοί που λαμβάνουν κρατικές χορηγίες, γιατί να έχουμε την απαίτηση να το πράττουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις;